Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάκτρον < αρχαία ελληνική < μάκτρον > μάσσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάκτρον ουδέτερο

  1. σπόγγος, κάτι με το οποίο σφουγγίζεται κάποιος
  2. ειδικό εργαλείο για τον καθαρισμό και την περιποίηση του πυροβόλου όπλου
  3. προσόψιο, πετσέτα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία