Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειρόμακτρον < (χείρ) χειρό- + μάσσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειρόμακτρον ουδέτερο

  1. πετσέτα για τα χέρια για το σκούπισμα των χεριών
  2. γυναικείο μαντίλι για το κεφάλι

  ΠηγέςΕπεξεργασία