Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλῆκτρον < αρχαία ελληνική πλῆκτρον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλῆκτρον ουδέτερο

  1. (καθαρεύουσα) κάθε τι με το οποίο μπορεί κάποιος να κτυπήσει
  2. (καθαρεύουσα) πλήκτρο



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλῆκτρον < πλήσσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλῆκτρον ουδέτερο (δωρικός τύπος : πλᾶκτρον)

  1. κάθε τι με το οποίο μπορεί κάποιος να κτυπήσει