Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρίνον ουδέτερο

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική κρίνον κρίνεα
Γενική κρίνου κρινέων
Δοτική κρίνῳ κρίνεσι(ν)
Αιτιατική κρίνον κρίνεα
Κλητική κρίνον κρίνεα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρίνον < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρίνον ουδέτερο (ῐ) (ετερόκλιτο)

  1. (βοτανική) κρίνο, λείριο
  2. (ελληνιστική κοινή) είδος χορού
  3. (ελληνιστική κοινή) (γαστρονομία) είδος ψωμιού
  4. (ελληνιστική κοινή) (αρχιτεκτονική) είδος αρχιτεκτονικού στολιδιού