Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κοσμοκρατορικός κοσμοκρατορική κοσμοκρατορικό
γενική κοσμοκρατορικού κοσμοκρατορικής κοσμοκρατορικού
αιτιατική κοσμοκρατορικό κοσμοκρατορική κοσμοκρατορικό
κλητική κοσμοκρατορικέ κοσμοκρατορική κοσμοκρατορικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοσμοκρατορικοί κοσμοκρατορικές κοσμοκρατορικά
γενική κοσμοκρατορικών κοσμοκρατορικών κοσμοκρατορικών
αιτιατική κοσμοκρατορικούς κοσμοκρατορικές κοσμοκρατορικά
κλητική κοσμοκρατορικοί κοσμοκρατορικές κοσμοκρατορικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοσμοκρατορικός < ελληνιστική κοινή κοσμοκρατορικός < κοσμοκράτωρ + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κοσμοκρατορικός, ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία