Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κινησιολογία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κινησιολογία θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία