Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καταχθόνιος η καταχθόνια το καταχθόνιο
      γενική του καταχθόνιου της καταχθόνιας του καταχθόνιου
    αιτιατική τον καταχθόνιο την καταχθόνια το καταχθόνιο
     κλητική καταχθόνιε καταχθόνια καταχθόνιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καταχθόνιοι οι καταχθόνιες τα καταχθόνια
      γενική των καταχθόνιων των καταχθόνιων των καταχθόνιων
    αιτιατική τους καταχθόνιους τις καταχθόνιες τα καταχθόνια
     κλητική καταχθόνιοι καταχθόνιες καταχθόνια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταχθόνιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταχθόνιος
(μεταφορική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική infernal[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.taˈxθo.ni.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κα‐τα‐χθό‐νι‐ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καταχθόνιος, -α, -ο

  1. που ζει στα βάθη της γης, κυρίως για μεταφυσικά πλάσματα
    ※ Σὰν τὴν ἀνεμοζάλη, σὰν τὴν ἀστραπή, / γκρεμίζεις τῆς σκλαβιᾶς τὸ καταχθόνιο κτίριο / καὶ θεμελιώνεις μ’ ἆσμα νικητήριο / τῆς λευτεριᾶς τὸν πύργο τὸ φωτολαμπῆ. (Αριστομένης Προβελέγγιος, Στο Στρατό μας)
  2. (μεταφορικά) που ενεργεί ή γίνεται ύπουλα, κρυφά, δόλια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία