Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καρβύνιο τα καρβύνια
      γενική του καρβυνίου
καρβύνιου
των καρβυνίων
    αιτιατική το καρβύνιο τα καρβύνια
     κλητική καρβύνιο καρβύνια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καρβύνιο < αγγλική carbyne < carbon < γαλλικά carbone < λατινικά carbo < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ker (καίω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καρβύνιο ουδέτερο

  • (νεολογισμός) (χημεία) υλικό που αποτελείται από αλυσίδες άνθρακα που συνδέονται εναλλάξ με διπλούς και τριπλούς δεσμούς
    Σύμφωνα με τη νέα μελέτη που δημοσιεύεται στο ACS Nano, μια επιθεώρηση της Αμερικανικής Χημικής Εταιρείας, η αντοχή του καρβυνίου στον εφελκυσμό, δηλαδή η αντοχή του στο τέντωμα, είναι διπλάσια του γραφενίου και ξεπερνά «κάθε άλλο γνωστό υλικό». (*)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία