Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εφελκυσμός οι εφελκυσμοί
      γενική του εφελκυσμού των εφελκυσμών
    αιτιατική τον εφελκυσμό τους εφελκυσμούς
     κλητική εφελκυσμέ εφελκυσμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εφελκυσμός < (διαχρονικό) ελληνιστική κοινή ἐφελκυσμός[1] < ἐφέλκω < ἕλκω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική traction

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εφελκυσμός αρσενικό

  • (μηχανική) η άσκηση δύο ισοδύναμων αλλά αντίρροπων δυνάμεων πάνω σ' ένα σώμα, που τείνουν να οδηγήσουν στο τέντωμά του
    ※  Σύμφωνα με τη νέα μελέτη που δημοσιεύεται στο ACS Nano, μια επιθεώρηση της Αμερικανικής Χημικής Εταιρείας, η αντοχή του καρβυνίου στον εφελκυσμό, δηλαδή η αντοχή του στο τέντωμα, είναι διπλάσια του γραφενίου και ξεπερνά «κάθε άλλο γνωστό υλικό». (* εφημερίδα Το Βήμα)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία