Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κακεντρέχεια οι κακεντρέχειες
      γενική της κακεντρέχειας των κακεντρεχειών
    αιτιατική την κακεντρέχεια τις κακεντρέχειες
     κλητική κακεντρέχεια κακεντρέχειες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κακεντρέχεια < ελληνιστική κοινή κακεντρέχεια < κακεντρεχής < αρχαία ελληνική κακός + ἐντρεχής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κακεντρέχεια θηλυκό

  • το να είναι κάποιος κακεντρεχής, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του κακεντρεχούς, η μη αντικειμενική κακή γνώμη ή μειωτική δράση εναντίον κάποιου που δεν είναι ανάξιος όπως τον χαρακτηρίζει ο κακεντρεχής, αλλά αντίθετα η σκληρή στάση του επικριτή προκύπτει από ζήλια, ανταγωνισμό, υποστήριξη άλλης ομάδας και αρχών, εσφαλμένη αρχική κρίση που παγιώθηκε, προληπτική στάση βάσει κλισέ ή άλλης φύσης μη ένταξη σε αρεστό ή γνωστό πρότυπο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία