↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ισαπέχων η ισαπέχουσα το ισαπέχον
      γενική του ισαπέχοντος
ισαπέχοντα1
της ισαπέχουσας
ισαπεχούσης*
του ισαπέχοντος
    αιτιατική τον ισαπέχοντα την ισαπέχουσα το ισαπέχον
     κλητική ισαπέχων ισαπέχουσα ισαπέχον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ισαπέχοντες οι ισαπέχουσες τα ισαπέχοντα
      γενική των ισαπεχόντων των ισαπεχουσών των ισαπεχόντων
    αιτιατική τους ισαπέχοντες τις ισαπέχουσες τα ισαπέχοντα
     κλητική ισαπέχοντες ισαπέχουσες ισαπέχοντα
Ίδιες είναι οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -ων, -ουσα, -ον
1 νεότερος τύπος
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα 'τρέχων', Κατηγορία όπως «απάδων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ισαπέχων: μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ισαπέχω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

ισαπέχων, -ουσα, -ον

  • που ισαπέχει, που βρίσκεται σε ίσες αποστάσεις από κάτι ή κάποιον

  Μεταφράσεις

επεξεργασία