Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ιδρυτής οι ιδρυτές
      γενική του ιδρυτή των ιδρυτών
    αιτιατική τον ιδρυτή τους ιδρυτές
     κλητική ιδρυτή ιδρυτές
Κατηγορία όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιδρυτής < ιδρύω + -τής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική fondateur)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.ðɾiˈtis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιδρυτής αρσενικό (θηλυκό: ιδρύτρια)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία