Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ιδανικευμένος ιδανικευμένη ιδανικευμένο
γενική ιδανικευμένου ιδανικευμένης ιδανικευμένου
αιτιατική ιδανικευμένο ιδανικευμένη ιδανικευμένο
κλητική ιδανικευμένε ιδανικευμένη ιδανικευμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιδανικευμένοι ιδανικευμένες ιδανικευμένα
γενική ιδανικευμένων ιδανικευμένων ιδανικευμένων
αιτιατική ιδανικευμένους ιδανικευμένες ιδανικευμένα
κλητική ιδανικευμένοι ιδανικευμένες ιδανικευμένα

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ιδανικευμένος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ιδανικεύω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία