Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο θύσανος οι θύσανοι
      γενική του θυσάνου
& θύσανου
των θυσάνων
    αιτιατική τον θύσανο τους θυσάνους
     κλητική θύσανε θύσανοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θύσανος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θύσανος αρσενικό

  1. νήματα δεμένα μαζί σε ένα άκρο τους ενώ αφήνονται να κινούνται ελεύθερα στο άλλο άκρο, η φούντα
  2. είδος σύννεφου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία