↓ πτώσεις       ενικός      
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο/η θειούχος το θειούχο
      γενική του/της θειούχου του θειούχου
    αιτιατική τον/τη θειούχο το θειούχο
     κλητική θειούχε θειούχο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι θειούχοι τα θειούχα
      γενική των θειούχων των θειούχων
    αιτιατική τους/τις θειούχους τα θειούχα
     κλητική θειούχοι θειούχα
Λόγιο επίθετο που δε συνηθίζει τον νεότερο τύπο του θηλυκού σε .
ομάδα '-ος -ος -ο', Κατηγορία όπως «εμβολοφόρος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
θειούχος < θείο + -ούχος (< έχω)

  Επίθετο

επεξεργασία

θειούχος, -ος, -ο

  Μεταφράσεις

επεξεργασία