Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ζάφτι τα ζάφτια
      γενική του ζαφτιού των ζαφτιών
    αιτιατική το ζάφτι τα ζάφτια
     κλητική ζάφτι ζάφτια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζάφτι < μεσαιωνική ελληνική ζάφτι < ζάπτι < τουρκική zapt < αραβική ضَبْط (ḍabṭ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζάφτι ουδέτερο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία