Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ζαμπίτης οι ζαμπίτες
      γενική του ζαμπίτη των ζαμπιτών
    αιτιατική τον ζαμπίτη τους ζαμπίτες
     κλητική ζαμπίτη ζαμπίτες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζαμπίτης < τουρκική zabit < περσική ضابط (ẓābit) < αραβική ضابط (ḍābiṭ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζαμπίτης αρσενικό

  1. αξιωματικός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία