Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ετοιματζίδικος η ετοιματζίδικη το ετοιματζίδικο
      γενική του ετοιματζίδικου της ετοιματζίδικης του ετοιματζίδικου
    αιτιατική τον ετοιματζίδικο την ετοιματζίδικη το ετοιματζίδικο
     κλητική ετοιματζίδικε ετοιματζίδικη ετοιματζίδικο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ετοιματζίδικοι οι ετοιματζίδικες τα ετοιματζίδικα
      γενική των ετοιματζίδικων των ετοιματζίδικων των ετοιματζίδικων
    αιτιατική τους ετοιματζίδικους τις ετοιματζίδικες τα ετοιματζίδικα
     κλητική ετοιματζίδικοι ετοιματζίδικες ετοιματζίδικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ετοιματζίδικος < έτοιμος + -ατζίδικος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ετοιματζίδικος

  1. που αγοράστηκε σε ετοιματζίδικο, που ήταν έτοιμος και δεν προσαρμόστηκε ή κατασκευάστηκε ειδικά για τον πελάτη
  2. (κατ’ επέκταση) που δεν καλής ποιότητας
  3. (για ιδέες, απόψεις κλπ.) (μειωτικό) που χρησιμοποιείται αυτούσιος, όπως παρουσιάστηκε από κάποιον άλλο

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία