Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εσπεραντικός εσπεραντική εσπεραντικό
γενική εσπεραντικού εσπεραντικής εσπεραντικού
αιτιατική εσπεραντικό εσπεραντική εσπεραντικό
κλητική εσπεραντικέ εσπεραντική εσπεραντικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εσπεραντικοί εσπεραντικές εσπεραντικά
γενική εσπεραντικών εσπεραντικών εσπεραντικών
αιτιατική εσπεραντικούς εσπεραντικές εσπεραντικά
κλητική εσπεραντικοί εσπεραντικές εσπεραντικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εσπεραντικός < εσπεράντο + -ικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛs.pɛ.ɾan.di.ˈkɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εσπεραντικός

  1. σχετικός με τη γλώσσα εσπεράντο, γραμμένος σε αυτή τη γλώσσα
    εσπεραντική μουσική

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία