Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επένδυση οι επενδύσεις
      γενική της επένδυσης* των επενδύσεων
    αιτιατική την επένδυση τις επενδύσεις
     κλητική επένδυση επενδύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, επενδύσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επένδυση < αρχαία ελληνική ἐπένδυσις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επένδυση θηλυκό

  1. υλικό ή αντικείμενο που έχει προστεθεί εσωτερικά ή εξωτερικά της επιφάνειας ενός άλλου αντικειμένου, για λόγους αισθητικής, ενίσχυσης ή προφύλαξης
    • (ειδικότερα) η εσωτερική κάλυψη ενδυμασίας
    • (κατʼ επέκταση) η προσθήκη μουσικής ή άλλων εφέ στη ροή ενός κινηματογραφικού έργου
  2. (οικονομία) η διάθεση χρηματικών ποσών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων με σκοπό να δημιουργηθεί νέο κεφαλαίο
    • (συνεκδοχικά) οτιδήποτε θεωρούμε ότι μπορεί, βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, να αποφέρει κέρδος (οικονομικό ή άλλο)
      η καλύτερη επένδυση για το μέλλον μιας χώρας είναι η επένδυση στην παιδεία και την εκπαίδευση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία