Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εξερχόμενος η εξερχόμενη το εξερχόμενο
      γενική του εξερχόμενου της εξερχόμενης του εξερχόμενου
    αιτιατική τον εξερχόμενο την εξερχόμενη το εξερχόμενο
     κλητική εξερχόμενε εξερχόμενη εξερχόμενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εξερχόμενοι οι εξερχόμενες τα εξερχόμενα
      γενική των εξερχόμενων των εξερχόμενων των εξερχόμενων
    αιτιατική τους εξερχόμενους τις εξερχόμενες τα εξερχόμενα
     κλητική εξερχόμενοι εξερχόμενες εξερχόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

εξερχόμενος < μετοχή παθητικού παρακειμένου εξέρχομαι

  Μετοχή επεξεργασία

εξερχόμενος, -η, -ο

  • που εξέρχεται/βγαίνει έξω/έχει κατεύθυνση-φορά προς τα έξω

  Μεταφράσεις επεξεργασία