Δείτε επίσης: εκτελεστέος, εκτελεστός, εκτελεστικός
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εκτελέσιμος η εκτελέσιμη το εκτελέσιμο
      γενική του εκτελέσιμου της εκτελέσιμης του εκτελέσιμου
    αιτιατική τον εκτελέσιμο την εκτελέσιμη το εκτελέσιμο
     κλητική εκτελέσιμε εκτελέσιμη εκτελέσιμο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εκτελέσιμοι οι εκτελέσιμες τα εκτελέσιμα
      γενική των εκτελέσιμων των εκτελέσιμων των εκτελέσιμων
    αιτιατική τους εκτελέσιμους τις εκτελέσιμες τα εκτελέσιμα
     κλητική εκτελέσιμοι εκτελέσιμες εκτελέσιμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
εκτελέσιμος < εκτελώ + -ιμος

  Επίθετο

επεξεργασία

εκτελέσιμος

  1. που είναι δυνατόν να εκτελεστεί
  2. (πληροφορική) executable: το αρχείο, ο κώδικας, κλπ. που μπορεί να εκτελεστεί

Συγγενικά

επεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροι

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία