Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εγκαταλειμμένος εγκαταλειμμένη εγκαταλειμμένο
γενική εγκαταλειμμένου εγκαταλειμμένης εγκαταλειμμένου
αιτιατική εγκαταλειμμένο εγκαταλειμμένη εγκαταλειμμένο
κλητική εγκαταλειμμένε εγκαταλειμμένη εγκαταλειμμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εγκαταλειμμένοι εγκαταλειμμένες εγκαταλειμμένα
γενική εγκαταλειμμένων εγκαταλειμμένων εγκαταλειμμένων
αιτιατική εγκαταλειμμένους εγκαταλειμμένες εγκαταλειμμένα
κλητική εγκαταλειμμένοι εγκαταλειμμένες εγκαταλειμμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγκαταλειμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εγκαταλείπω, εγκαταλείπομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

εγκαταλειμμένος -η -ο

δείτε τη λέξη εγκαταλελειμμένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία