Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εγκαθίδρυση οι εγκαθιδρύσεις
      γενική της εγκαθίδρυσης
& εγκαθιδρύσεως
των εγκαθιδρύσεων
    αιτιατική την εγκαθίδρυση τις εγκαθιδρύσεις
     κλητική εγκαθίδρυση εγκαθιδρύσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγκαθίδρυση < εγκαθιδρύω + -ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εγκαθίδρυση θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία