Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάτρητος < ελληνιστική κοινή διά + τρητός < τετραίνω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διάτρητος, -η, -ο

  1. γεμάτος τρύπες, πιο λαϊκά: ο τρυπητός
  2. (μεταφορικά) γεμάτος λογικά ή άλλου είδους κενά


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία