Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική δίκαρτος δίκαρτη δίκαρτο
γενική δίκαρτου δίκαρτης δίκαρτου
αιτιατική δίκαρτο δίκαρτη δίκαρτο
κλητική δίκαρτε δίκαρτη δίκαρτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δίκαρτοι δίκαρτες δίκαρτα
γενική δίκαρτων δίκαρτων δίκαρτων
αιτιατική δίκαρτους δίκαρτες δίκαρτα
κλητική δίκαρτοι δίκαρτες δίκαρτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίκαρτος < δι- + κάρτα + -ος ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) dual SIM)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δίκαρτος, -η, -ο

  1. (νεολογισμός) (τεχνολογία) που έχει ή δέχεται δύο κάρτες
    Σ' αυτό το δίκαρτο κινητό είναι δυνατόν να έχετε ενεργοποιημένες και τις δυο κάρτες SIM, επιτρέποντάς σας για παράδειγμα να δέχεστε μηνύματα στο ένα νούμερο ενώ ταυτόχρονα πραγματοποιείτε κλήση στο δεύτερο
  2. (ουσιαστικοποιημένο) δίκαρτο: το κινητό που δέχεται δύο κάρτες SIM

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία