Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δίεση οι διέσεις
      γενική της δίεσης* των διέσεων
    αιτιατική τη δίεση τις διέσεις
     κλητική δίεση διέσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, διέσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίεση < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δίεση θηλυκό

  1. (♯) μία αλλοίωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο προς τα πάνω
     αντώνυμα: ύφεση
  2. διπλή δίεση (x) - η αλλοίωση ενός φθόγγου κατά έναν τόνο προς τα πάνω
     αντώνυμα: διπλή ύφεση
  3. ως δίεση αναφέρεται (καταχρηστικά) και το σύμβολο # αριθμόσημο / καγκελάκι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία