Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

krzyżyk (pl) υποκοριστικό του krzyż

  ΠροφοράΕπεξεργασία

krzyżyk 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

krzyżyk (pl) αρσενικό

  1. σταυρουδάκι, μικρός σταυρός
  2. (μουσική) η δίεση (#)
    krzyżyk podwyższa wysokość dźwięku o pół tonu - η δίεση ανυψώνει τον φθόγγο κατά μισό τόνο (ένα ημιτόνιο)
  3. (λαϊκότροπο) η δεκαετία (για ηλικίες)