Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γεωθερμικός η γεωθερμική το γεωθερμικό
      γενική του γεωθερμικού της γεωθερμικής του γεωθερμικού
    αιτιατική τον γεωθερμικό τη γεωθερμική το γεωθερμικό
     κλητική γεωθερμικέ γεωθερμική γεωθερμικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γεωθερμικοί οι γεωθερμικές τα γεωθερμικά
      γενική των γεωθερμικών των γεωθερμικών των γεωθερμικών
    αιτιατική τους γεωθερμικούς τις γεωθερμικές τα γεωθερμικά
     κλητική γεωθερμικοί γεωθερμικές γεωθερμικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γεωθερμικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γεωθερμικός, -ή, -ό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία