Δείτε επίσης: βενζόλη

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βενζόη οι βενζόες
      γενική της βενζόης των βενζοών
    αιτιατική τη βενζόη τις βενζόες
     κλητική βενζόη βενζόες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βενζόη < (άμεσο δάνειο) αγγλική benzoin < μέση γαλλική benjoin < ισπανική benjuí < πορτογαλική beijoin < ιταλική benzoi < αραβική لبان جاوي (lubān jāwiyy)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βενζόη θηλυκό

  1. ρητινώδης ουσία που λαμβάνεται από ένα δέντρο στη Σουμάτρα και χρησιμοποιείται σε διάφορες περιπτώσεις (στη χρωματοποιία, στη φαρμακευτική, την αρωματοποιία κ.λπ.
  2. (χημεία) μια κετόνη, που συντίθεται από βενζαλδεΰδη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία