Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική βεγγαλικός βεγγαλική βεγγαλικό
γενική βεγγαλικού βεγγαλικής βεγγαλικού
αιτιατική βεγγαλικό βεγγαλική βεγγαλικό
κλητική βεγγαλικέ βεγγαλική βεγγαλικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βεγγαλικοί βεγγαλικές βεγγαλικά
γενική βεγγαλικών βεγγαλικών βεγγαλικών
αιτιατική βεγγαλικούς βεγγαλικές βεγγαλικά
κλητική βεγγαλικοί βεγγαλικές βεγγαλικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βεγγαλικός < Βεγγάλη + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βεγγαλικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με τη Βεγγάλη, κατάγεται απ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που έχει σχέση με τα βεγγαλικά ή αναφέρεται σ’ αυτά (φωτεινός, εκρηκτικός)
    Τα βεγγαλικά σου μάτια φέγγουν σαν το φώσφορο / σαν νυχτερινά καράβια που περνούν το Βόσπορο. (Από τραγούδι σε στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη και μουσική Στάμου Σέμση)

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία