Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βαμβακερός η βαμβακερή το βαμβακερό
      γενική του βαμβακερού της βαμβακερής του βαμβακερού
    αιτιατική τον βαμβακερό τη βαμβακερή το βαμβακερό
     κλητική βαμβακερέ βαμβακερή βαμβακερό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βαμβακεροί οι βαμβακερές τα βαμβακερά
      γενική των βαμβακερών των βαμβακερών των βαμβακερών
    αιτιατική τους βαμβακερούς τις βαμβακερές τα βαμβακερά
     κλητική βαμβακεροί βαμβακερές βαμβακερά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαμβακερός < βαμπακερός με λόγια επίδραση [mb] → [mv][1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαμβακερός

  1. ο φτιαγμένος από βαμβάκι.
    τα βαμβακερά υφάσματα είναι πολύ άνετα.

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία