Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαγένι βαγένια
γενική βαγενιού βαγενιών
αιτιατική βαγένι βαγένια
κλητική βαγένι βαγένια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαγένι < μεσαιωνική ελληνική βαγένι/ βαγένιν < σλαβική vagan + (επηρεασμένο από τη μεσαιωνική ελληνική λαγένα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βαγένι ουδέτερο

  • βαρέλι που προορίζεται για αποθήκευση κρασιού

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Πρώτα-πρώτα ετοίμαζαν τα βαγένια -μεγάλα και μικρά- που θά 'βαζαν μέσα το κρασί. Τη χωρητικότητά τους τη μετρούσαν, πάντα, σε βαρέλλες (1 βαρ. - 52 οκ.). Τα βαγένια αρχίζουν από 12 βαρελλών μέχρι 28, και ήταν παλιότερα το καμάρι των κρασοπαραγωγών της Λευκάδας. Πανταζής Κοντομίχης, Τα γεωργικά της Λευκάδας (Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρης, 1985), σσ. 121-122