Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οκά οκάδες
γενική οκάς οκάδων
αιτιατική οκά οκάδες
κλητική οκά οκάδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οκά < τουρκική okka < αραβική أَوْقِيَّة (ʾawqiyya) < وِقِيَّة ‎(wiqiyya) < αρχαία ελληνική οὐγκία (αντιδάνειο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οκά θηλυκό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • της οκάς: που δεν έχει καλή ποιότητα
  • με τις οκάδες: σε μεγάλες ποσότητες
  • θα σε κάνω οκτακόσιες οκάδες: θα σε δείρω πολύ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία