Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάφω < μεσαιωνική ελληνική βάφω < αρχαία ελληνική βάπτω (βυθίζω κάτι σε μπογιά ώστε να πάρει αυτό το χρώμα) < βάπτω (βυθίζω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

βάφω

  1. καλύπτω μια επιφάνεια (π.χ. τοίχο) με χρώμα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • την έβαψα: βρίσκομαι σε πολύ άσχημη θέση (συνήθως εξαιτίας κάποιου λάθους μου), περιμένω άσχημες εξελίξεις

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία