Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάφω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βάφω < αρχαία ελληνική βάπτω[1] (βυθίζω κάτι σε μπογιά ώστε να πάρει αυτό το χρώμα) < βάπτω (βυθίζω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈva.fo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βά‐φω

  ΡήμαΕπεξεργασία

βάφω, αόρ.: έβαψα, παθ.φωνή: βάφομαι, π.αόρ.: βάφτηκα/(βάφηκα), μτχ.π.π.: βαμμένος

  1. καλύπτω μια επιφάνεια ή ένα αντικείμενο με χρώμα
    βάφω τον τοίχο, βάφω τα μαλλιά μου
  2. εμποτίζω με χρώμα
    το χώμα βάφτηκε κόκκινο (για να δηλώσουμε την αιματοχυσία)
  3. μακιγιάρω

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • την έβαψα: βρίσκομαι σε πολύ άσχημη θέση (συνήθως εξαιτίας κάποιου λάθους μου), περιμένω άσχημες εξελίξεις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
βαφ- βαμμ- 

ΣύνθεταΕπεξεργασία

σύνθετα του ρήματος: [2]

ΚλίσηΕπεξεργασία

Παθητική φωνή: εξαρτημένος τύπος: βαφτώ, (βαφώ), αόριστος: βάφτηκα, (βάφηκα)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. βάφω Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. λήγουν σε -βάφω - Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες)