Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάφω < μεσαιωνική ελληνική βάφω < αρχαία ελληνική βάπτω (βυθίζω κάτι σε μπογιά ώστε να πάρει αυτό το χρώμα) < βάπτω (βυθίζω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈva.fɔ/
συλλαβισμός: βά‐φω

  ΡήμαΕπεξεργασία

βάφω, αόρ.: έβαψα, παθ.φωνή: βάφομαι, π.αόρ.: βάφτηκα, μτχ.π.π.: βαμμένος

  • καλύπτω μια επιφάνεια ή ένα αντικείμενο με χρώμα
    βάφω τον τοίχο, βάφω τα μαλλιά μου

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • την έβαψα: βρίσκομαι σε πολύ άσχημη θέση (συνήθως εξαιτίας κάποιου λάθους μου), περιμένω άσχημες εξελίξεις

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία