Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάφομαι < παθητική φωνή του ρήματος βάφω

  ΡήμαΕπεξεργασία

βάφομαι

  1. βάφω τον εαυτό μου
  2. (ειδικότερα) εφαρμόζω χρώματα στο πρόσωπό μου για να το κάνω πιο όμορφο ή για να μεταμφιεστώ ή στο πλαίσιο μιας τελετουργίας κλπ
  3. εμποτίζομαι με ένα χρώμα
    το χώμα βάφτηκε κόκκινο (για να δηλώσουμε την αιματοχυσία)

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία