Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αιματοχυσία οι αιματοχυσίες
      γενική της αιματοχυσίας των αιματοχυσιών
    αιτιατική την αιματοχυσία τις αιματοχυσίες
     κλητική αιματοχυσία αιματοχυσίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιματοχυσία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αιματοχυσία θηλυκό

  1. η απώλεια ζωών σε μεγάλη κλίμακα, η σφαγή
    νέα αιματοχυσία σε τρομοκρατικές επιθέσεις στο Ιράκ


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία