Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βυθίζω < αρχαία ελληνική βυθίζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vi.ˈθi.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

βυθίζω (μεσοπαθητικό βυθίζομαι)

  1. κάνω κάτι να καταδύεται μέχρι το βυθό -κυρίως της θάλασσας
     συνώνυμα: βουλιάζω
  2. πιέζω κάτι, για να περιέλθει λίγο ή εξ ολοκλήρου μέσα σε νερό ή άλλο υγρό
     συνώνυμα: βουτώ
  3. πιέζω κάτι ώστε να εισχωρήσει βαθιά στη μάζα κάποιου άλλου σώματος
  4. κάνω κάποιον να περιπέσει πλήρως σε μια αρνητική ψυχολογική, πνευματική ή συναισθηματική κατάσταση
  5. κυριεύω, καλύπτω πλήρως

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία