Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αύριο < αρχαία ελληνική αὔριον < αύως + -ριον

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αύριο

Πρέπει να κάνει καριέρα, αύριο θα παντρευτεί, θα κάνει οικογένεια. (Πέτρος Μάρκαρης, Βασικός μέτοχος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αύριο ουδέτερο άκλιτο (αύριον)

Ποιος ξέρει τι μας επιφυλάσσει το αύριο;

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


προχθές χθες σήμερα αύριο μεθαύριο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία