Δείτε επίσης: αὔριο

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αύριο < μεσαιωνική ελληνική αὔριο < αρχαία ελληνική αὔριον[1] < αύως + -ριον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈav.ɾi.ɔ/
συλλαβισμός: αύ‐ρι‐ο

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αύριο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αύριο ουδέτερο άκλιτο (αύριον)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


προχθές χθες σήμερα αύριο μεθαύριο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία