Δείτε επίσης: αὔλειος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αύλειος η αύλεια το αύλειο
      γενική του αύλειου της αύλειας του αύλειου
    αιτιατική τον αύλειο την αύλεια το αύλειο
     κλητική αύλειε αύλεια αύλειο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αύλειοι οι αύλειες τα αύλεια
      γενική των αύλειων των αύλειων των αύλειων
    αιτιατική τους αύλειους τις αύλειες τα αύλεια
     κλητική αύλειοι αύλειες αύλειά
όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αύλειος < αρχαία ελληνική αὔλειος / αὔλιος < αὐλή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αύλειος, -α, -ο

  • (λόγιο) της αυλής, που ανήκει ή αναφέρεται στην αυλή
    Αλλάζει όψη ο αύλειος χώρος του Μποδοσάκειου (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία