Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αφροαμερικανικός η αφροαμερικανική το αφροαμερικανικό
      γενική του αφροαμερικανικού της αφροαμερικανικής του αφροαμερικανικού
    αιτιατική τον αφροαμερικανικό την αφροαμερικανική το αφροαμερικανικό
     κλητική αφροαμερικανικέ αφροαμερικανική αφροαμερικανικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αφροαμερικανικοί οι αφροαμερικανικές τα αφροαμερικανικά
      γενική των αφροαμερικανικών των αφροαμερικανικών των αφροαμερικανικών
    αιτιατική τους αφροαμερικανικούς τις αφροαμερικανικές τα αφροαμερικανικά
     κλητική αφροαμερικανικοί αφροαμερικανικές αφροαμερικανικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφροαμερικανικός < (άμεσο δάνειο) αγγλική Afro-American (ως επίθετο) < Afro- (Αφρο-) + American (Αμερικαν(ός) + -ικός) [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.fɾo.a.me.ɾi.ka.niˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐φρο‐α‐με‐ρι‐κα‐νι‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αφροαμερικανικός, -ή, -ό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «αφροαμερικανικός» -  Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό Λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας