Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυταξία οι αυταξίες
      γενική της αυταξίας των αυταξιών
    αιτιατική την αυταξία τις αυταξίες
     κλητική αυταξία αυταξίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυταξία < αυτ- + αξία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αυταξία θηλυκό

  1. (λόγιο) η ύπαρξη ή η απόδοση αξίας σε κάποιον ή κάτι για λόγους που εκπορεύονται απ’ αυτό(ν) το(ν) ίδιο(ν)
  2. (λόγιο) αυτοεκτίμηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. 
  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  • αυταξία στο Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό Λεξικό]. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. (Γράμμα α)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία