Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασυγκράτητος < α- στερητ. + συγκρατώ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασυγκράτητος

  1. που δεν αναχαιτίζεται, ακράτητος
  2. που δε συγκρατείται
    ασυγκράτητο κλάμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία