Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αστροβιολογία οι αστροβιολογίες
      γενική της αστροβιολογίας των αστροβιολογιών
    αιτιατική την αστροβιολογία τις αστροβιολογίες
     κλητική αστροβιολογία αστροβιολογίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αστροβιολογία < πρόθημα αστρο- + βιολογία (< λόγιο ενδογενές δάνειο: ρωσική астробиология [1953], μέσω της αγγλικής γλώσσας )

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αστροβιολογία αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία