Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασπριδερός < άσπρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασπριδερός

  • υπόλευκος
    προσπαθώ να βουρτσίζω συχνά τα δόντια μου και τώρα είναι ασπριδερά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία