↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αρωματισμός οι αρωματισμοί
      γενική του αρωματισμού των αρωματισμών
    αιτιατική τον αρωματισμό τους αρωματισμούς
     κλητική αρωματισμέ αρωματισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αρωματισμός < αρωματίζω + -μός < ελληνιστική κοινή ἀρωματίζω < αρχαία ελληνική ἄρωμα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική aromatisation ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική aromatization)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

αρωματισμός αρσενικό

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία