↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποξένωση οι αποξενώσεις
      γενική της αποξένωσης* των αποξενώσεων
    αιτιατική την αποξένωση τις αποξενώσεις
     κλητική αποξένωση αποξενώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αποξενώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αποξένωση < αποξενώνω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική aliénation)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

αποξένωση θηλυκό

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Συνώνυμα

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία