Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποκαρδιώνω < απο- + καρδιά + -ώνω ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική dishearten)

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποκαρδιώνω (παθητική φωνή: αποκαρδιώνομαι)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία