Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εμψυχώνω < ελληνιστική κοινή ἐμψυχόω / ἐμψυχῶ < ἐν + αρχαία ελληνική ψυχή ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική animer)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /εm.psi.ˈxɔ.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

εμψυχώνω (παθητική φωνή: εμψυχώνομαι)

  1. δίνω ψυχή σε κάτι άψυχο, το καθιστώ έμψυχο, του δίνω ζωή
     συνώνυμα: ζωντανεύω
  2. (μεταφορικά) δίνω ψυχική δύναμη, θάρρος, κουράγιο ή αυτοπεποίθηση σε κάποιον ή κάτι
     συνώνυμα: αναζωογονώ, εγκαρδιώνω, ενθαρρύνω, ζωογονώ, τονώνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία