Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική απλούμιστος απλούμιστη απλούμιστο
γενική απλούμιστου απλούμιστης απλούμιστου
αιτιατική απλούμιστο απλούμιστη απλούμιστο
κλητική απλούμιστε απλούμιστη απλούμιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απλούμιστοι απλούμιστες απλούμιστα
γενική απλούμιστων απλούμιστων απλούμιστων
αιτιατική απλούμιστους απλούμιστες απλούμιστα
κλητική απλούμιστοι απλούμιστες απλούμιστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απλούμιστος < μεσαιωνική ελληνική απλούμιστος < α- + πλουμίζω + -τος < πλουμί < πλουμίον < ελληνιστική κοινή πλοῦμον < λατινική pluma

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απλούμιστος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία